διαφέρω

δια|φέρω (τινός) ['переносить, разносить'] 1. переправлять, распространять; 2. различаться; 3. отличаться, превосходить (ср. лат. differo)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "διαφέρω" в других словарях:

  • διαφέρω — carry over pres subj act 1st sg διαφέρω carry over pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρω — διαφέρω, διέφερα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαφέρω — (ΑΝ) και διαφέρνω (ΜΝ) 1. έχω διαφορά, είμαι ανόμοιος, διάφορος, ξεχωρίζω («αυτά τα χρώματα διαφέρουν») 2. είμαι διαφορετικός από άλλο («σὺ νῡν διάφερε τῶν κακῶν», Ευρ. Ορ.) 3. υπερέχω, διακρίνομαι, είμαι ανώτερος, πλεονεκτώ («διαφέροντες καὶ… …   Dictionary of Greek

  • διαφέρω — [диафэро] р. отличаться, различаться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαφέρω — ξεχωρίζω από κάποιον άλλο, είμαι διαφορετικός: Οι περισσότεροι δίδυμοι διαφέρουν στο χαρακτήρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαφέρεσθον — διαφέρω carry over pres imperat mp 2nd dual διαφέρω carry over pres ind mp 3rd dual διαφέρω carry over pres ind mp 2nd dual διαφέρω carry over imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρετον — διαφέρω carry over pres imperat act 2nd dual διαφέρω carry over pres ind act 3rd dual διαφέρω carry over pres ind act 2nd dual διαφέρω carry over imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρεσθε — διαφέρω carry over pres imperat mp 2nd pl διαφέρω carry over pres ind mp 2nd pl διαφέρω carry over imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρετε — διαφέρω carry over pres imperat act 2nd pl διαφέρω carry over pres ind act 2nd pl διαφέρω carry over imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρῃ — διαφέρω carry over pres subj mp 2nd sg διαφέρω carry over pres ind mp 2nd sg διαφέρω carry over pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διενηνεγμένα — διαφέρω carry over perf part mp neut nom/voc/acc pl διενηνεγμένᾱ , διαφέρω carry over perf part mp fem nom/voc/acc dual διενηνεγμένᾱ , διαφέρω carry over perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.